Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

"Γράμμα στο παιδί μου" της Ιουλίας Βερν- Δικαίου



Παιδί μου, τότε που αποφάσισα να φύγεις από την ζωή μου νόμιζα πως θα ήταν το καλύτερο για εσένα. Θα μπορούσα να σε είχα κρατήσει για να αυξάνω το εγώ μου και να περιφέρομαι με έναν άλλο ρόλο που πιθανά να μην μου ταίριαζε. Δεν πρόφτασα να σε αγαπήσω ούτε να σε απαρνηθώ. Κανένας δεν θα καταλάβει πως ο αποχωρισμός μας ήταν μία πράξη σεβασμού προς την ζωή. Κανένας εκτός από εμένα που δεν ξέχασα ποτέ ότι ήρθες στην ζωή μου και πως έφυγες αθόρυβα χωρίς να κλάψεις και χωρίς να προλάβεις να λυπηθείς για τίποτα. Μωρό μου, ας με συγχωρέσεις κάποτε. Κάποτε ελπίζω να βρεθούμε ξανά!


Η Ιουλία Βερν - Δικαίου είναι δικηγόρος και ζει στο Πήλιο.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

"ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ " της ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ


 
"Το Φίλημα" του Νικηφόρου Λύτρα
Κυριακή. Θα μπορούσε να ήταν μία συνηθισμένη Κυριακή αλλά ένα όνειρο γεμάτο αισθήσεις ανατάραξε τη γαλήνη της. Η Λένα ξύπνησε έχοντας στο στόμα της την γεύση του πρώτου φιλιού της εφηβείας της. Όλο το κορμί  της ήταν παραδομένο σε αυτήν τη δόνηση της ανάμνησης εκείνου του πρώτου αγγίγματος του πρώτου αληθινού αγγίγματος ενός άνδρα πάνω στο κοριτσίστικο κορμί της. 
Τα χείλη της είχαν γίνει φλόγες που έφταναν μέχρι την κοιλιά της και έκαιγαν γλυκά το σώμα της διαλύοντάς το σε μικρές μικρές σπίθες. 
Τον γνώρισε στο ετήσιο πανηγύρι της Παναγιάς. Δεκαπενταύγουστο. Η Λένα φορούσε ένα κατάλευκο φόρεμα από δαντέλα και ένιωθε πως είχε κάτι από την πριγκίπισσα των παραμυθιών. Τα μαύρα μαλλιά της πλαισίωναν το λευκό της πρόσωπο και το μουτράκι της είχε την τσαχπινιά και γλύκα των δεκατριών της χρόνων. 

Εκείνη την χρονιά είχε ψηλώσει πολύ και η μητέρα της τής επέτρεψε να φορέσει πέδιλα με λίγο τακούνι.
 Τι όμορφα ξεκινούσε εκείνο το καλοκαίρι η εφηβεία της! Ο Νίκος ψηλός, ηλιοκαμένος είχε περάσει την προηγούμενη χρονιά στη σχολή αξιωματικών και είχε έρθει στο πατρικό του για τη γιορτή της Παναγιάς, με άδεια λίγων ημερών.
 Συναντήθηκαν στην πλατεία και μόλις την είδε της έκλεισε το μάτι. Η Λένα σάστισε μα εκείνος  την πλησίασε με ένα χαμόγελο που την έκανε να νιώθει ότι θα λιποθυμήσει. "Γειά σου! Νίκος, πώς σε λένε;» «Λένα» απάντησε εκείνη τρέμοντας. Εκείνος δεν άφησε λεπτό και της είπε «πάρε το τηλέφωνό μου». Το ραντεβού είχε δοθεί σε έναν γκρεμό κοντά στο δάσος. 
Η Λένα έμενε σε ένα προάστειο κοντά στην Αθήνα  που είχε λίγους κατοίκους και ήταν χτισμένο στους πρόποδες της Πεντέλης. 

Το χωριό ήξερε κάθε κίνηση όλων των κατοίκων. Ήταν δύσκολο να πάει κάπου χωρίς να το μάθει η γειτονιά. Η Λένα φοβόταν πως κάποιος από τους γείτονες θα την έβλεπε με τον άγνωστο νεαρό άνδρα και έτσι του είχε ζητήσει να συναντηθούν στην άκρη της κατοικημένης περιοχής δίπλα στον γκρεμό  μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. 
Η νεαρή κοπέλα συνήθιζε να πηγαίνει βόλτα στο βουνό εκεί κοντά στον γκρεμό και να μαζεύει κυκλάμινα. Αγαπούσε τα κυκλάμινα και τους μιλούσε σαν να είχαν φιλίες. Τα μάλωνε και τα επαινούσε όταν έβλεπε κάποιο να φυτρώνει σε βράχο ή ένα άλλο σε μία καλή θέση μέσα στο χορτάρι.  Εκεί θα συναντούσε τον Νίκο.
Εκείνος έφτασε χαμογελαστός και σίγουρος για τον εαυτό του. Το ίδιο χαμόγελο που της είχε κόψει την ανάσα από την πρώτη τους συνάντηση. 
"Τι όμορφος και ψηλός που είναι !" σκέφτηκε.  Ο Νίκος την πλησίασε. Δεν είπαν πολλά. Εκείνος την τράβηξε πάνω του και έσκυψε το πρόσωπό του μέσα στο δικό της. Η ανάσα του ήταν γρήγορη και θερμή. Η Λένα είχε σηκωθεί στις μύτες των ποδιών της και περίμενε με τα χείλη μισάνοιχτα το φιλί του, όπως η ηρωίδα των ασπρόμαυρων φιλμ που παρακολουθούσε. Αυτές τις φιλούσαν οι ήρωες απαλά και άγγιζαν τα χείλη σε μια αιώνια υπόσχεση. 
Ξαφνικά η Λένα ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Ο Νίκος την φιλούσε σαν ένα σιχαμερό ερπετό. Είχε βγάλει την γλώσσα του όπως ένα βατράχι που είχε δει στην λίμνη και την είχε βυθίσει στον λαιμό της. Αυτό το φιλί ήταν τόσο γλυκό αλλά γεμάτο σάλιο «ίσως και δηλητηριώδες» σκέφτηκε η Λένα και άρχισε να τρέμει. 
"Μα αυτός προσπαθεί να με σκοτώσει;» σκεφτόταν τρομαγμένη.  "Αυτή θα είναι η τιμωρία μου που πήγα κρυφά στο βουνό να πάρω το φιλί του; Μήπως είναι ένας δαίμονας σαν αυτούς που είδα σε ζωγραφιές που παρίσταναν τον θεό Διόνυσο και την συνοδεία του;» «Σίγουρα θέλει το κακό μου» σκέφτηκε με ταχύτητα αστραπής, ενώ ο Νίκος συνέχιζε να την φιλάει. «Πω πω! Τώρα πώς θα κοιτάξω τη μάνα μου στα μάτια;» «Όλοι θα μάθουν πως είμαι μία γυναίκα που την φίλησε ο δαίμονας» «Ίσως και να με αφορίσει ο παπάς της εκκλησίας μας» «Τι έπαθα!» σκεφτόταν και ο χρόνος είχε κυλήσει τόσο γρήγορα σαν να ήταν μέσα σε εφιάλτη.

 Ο Νίκος την άφησε από την αγκαλιά του και την ρώτησε «Τι έχεις;» Εκείνη ένιωθε σαν είχε μπει σε μια άλλη διάσταση. Ξαφνικά τον μισούσε. Την πήρε από τον χρόνο της. Πού την είχε πάει; «Θέλω να φύγω» του είπε. Είχε γίνει κατακόκκινη. Δεν θέλησε ούτε να την συνοδεύσει.

 Στον δρόμο κατέβαινε τρέχοντας σαν αγρίμι. Έφτασε στο σπίτι της. Ο λαιμός της είχε κολλήσει και ένιωθε πως σβήνει. Έτρεξε στην κουζίνα και ήπιε νερό σαν να ήταν στην έρημο και να κινδύνευε η ζωή της από δίψα. 

«Τώρα; Τι θα απογίνω που έγινα ένα πλάσμα δαιμονικό; Τι τα ήθελα τα φιλιά; Η γιαγιά μου μου είχε πει για θηλυκές νεράιδες που σου κόβουν την μιλιά αλλά δεν μου είχε πει για άνδρες νεράιδες.» συλλογιζόταν η καημένη και κάρφωνε το βλέμμα της όπου έβρισκε για να πιαστεί έστω από κάτι γήινο. Το ταβάνι άραγε θα μπορούσε να την κρατήσει στην γη; 

Μα οι ηρωίδες στις ταινίες ήταν ευτυχισμένες. Γιατί εκείνος να της κάνει κακό; Το φιλί του όμως της είχε πάρει κάτι. Ήταν μια άλλη. Ήταν μια γυναίκα και δεν θα μπορούσε να το πει πουθενά γιατί εκείνη δεν φιλήθηκε στα χείλη αλλά εκείνος της βύθισε τον εαυτό του μέσα της και τώρα έγινε μια ξένη. Τσιμπούσε το κορμί της να δει εάν ήταν εκεί. 

Το βράδυ βυθίστηκε στα σκεπάσματα και έκλαψε πικρά. «Γιατί δεν μεγαλώνω όπως όλα τα κορίτσια;» ανναρωτιόταν. Μέρες κοιτούσε σαν να ήταν πλανεμένη μια έκλαιγε μια γέλαγε. 

Μια μέρα αποφάσισε να μιλήσει στην μητέρα της. Ήταν χαμένη. "Τι άλλο θα μου συμβεί;" σκέφτηκε. "Ίσως η μάνα μου να  προλάβει το κακό και ο δαίμονας να βγει από μέσα μου». Η μητέρα της γέλασε. «Μα αυτός είναι μεγάλος και φιλάει αλλιώς. Τι ήθελες εσύ ένα παιδάκι με αυτόν;» της είπε γλυκά αλλά και με κάποια αυστηρότητα. 

«Είναι ωραίος και ψηλός. Μοιάζει σαν το άγαλμα που είδαμε στο Αρχαιολογικό μουσείο και που μας εξηγούσατε με τον μπαμπά πως το έφτιαξε ένας αρχαίος γλύπτης. Μαμά ήταν τόσο όμορφος! Τώρα τι θα πάθω;” είπε απελπισμένη και έτοιμη να δεχτεί να κάνει ακόμη και τον τρελότερο χορό όπως κάτι δαιμονισμένοι που είχε δει στην αυλή της Παναγιάς στην Τήνο που επισκέπτονταν συχνά τα καλοκαίρια. «Η Παναγιά είναι θαυματουργή» έλεγε η μάνα της. «Διώχνει τους δαίμονες που εισχωρούν κρυφά στο σώμα των ανθρώπων». 
Αυτά τα είχε μάθει από την γιαγιά. Η γιαγιά ήταν εκείνη που ήξερε όλες τις ιστορίες για νεράιδες και δαίμονες αλλά και για όμορφους πολεμιστές κι ακόμη εκείνο το παραμύθι με την κοπέλα που μεταμορφώθηκε σε άντρα και πήγε στον πόλεμο. Η γιαγιά ήξερε τα πάντα. Όταν θα την έβλεπε θα της έλυνε το μυστήριο.


Αφροδίτη Δασκαλάκη

Η Αφροδίτη Δασκαλάκη γεννήθηκε στη Χίο και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Φιλολογία στο ΑΠΘ και διδάσκει στη Μέση Εκπαίδευση. Είναι παντρεμένη με τον Ιάσονα Δασκαλάκη και έχουν τέσσερα παιδιά.


Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Σταμάτης Γκαβέτας "Λουσινία"

επιμέλεια: Νότα Χρυσίνα



Μύστες του χρόνου οι ωρολογοποιοί, ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν. Μέσα σε κάθε ρολόι που φτιάχνουν κρύβουν δύο μικροσκοπικούς νάνους. Αυτοί ξέρουν! Φορές όταν κάτι κακό επρόκειτο να συμβεί όλοι έχουμε την αίσθηση πως ο χρόνος δεν περνά, τον καθυστερούν επίτηδες μήπως και κάτι αλλάξει, μα του κάκου.
Κείνο το βράδυ σε ένα κακόφημο μπαρ στο λιμάνι με το αλκοόλ να παίζει ζάρια με τα μάτια μου, είδα το φονικό της Λουσινίας. Ένας ναύτης ορφανός την καλούσε να του τραγουδήσει στο τραπέζι, αυτή όμως πεισματικά αρνιόταν, ο νταβάς τάχατες πως δεν έβλεπε. Από το μανίκι του οινοβαρή ναύτη γλίστρησε μια φαλτσέτα, η στίλβη της με τύφλωσε. Μια σχισμή στο λαρύγγι της και το ρέον αίμα έβαψε κόκκινο το άσπρο της φουστάνι. Μέσα από την αιμάτινη γραμμή στο λαιμό της είδα να βγαίνει ένα αηδόνι, με μια μαρμαρυγή τίναξε το αίμα από πάνω του και ένας αμανές από τόπο αλαργινό και ξένο κελάρυσε την θλιβερή εκείνη ώρα.

Πλανόβιος πια ο ναύτης, αποτραβηγμένος από τα εγκόσμια, χαύνος σε μια φυλακή, του νου την πιο σκληρή.
------------------------


Ο Σταμάτης Γκαβέτας γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στη Χαλκίδα. Είναι απόφοιτος του Α.Τ.Ε.Ι. Διοίκηση Μονάδων Υγείας και Πρόνοιας (Καλαμάτα) και τελειόφοιτος του ίδιου τμήματος σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο Ε.Α.Π.. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα και μένει στην Αθήνα. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα τέχνης ρητορικού λόγου, φωτογραφίας, σκηνοθεσίας και δημοσιεύει διηγήματα που γράφει στο διαδίκτυο και σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά.

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

"Ο άντρας μου είναι ένας ήσυχος άνθρωπος" του ΔΙΟΝΥΣΗ ΜΑΡΙΝΟΥ



επιμέλεια Νότα Χρυσίνα*


Vincent Willem van Gogh

Ο άντρας μου είναι ένας ήσυχος άνθρωπος.
Δεν ακούς την ανάσα του. Το σούρσιμο που κάνουν οι παντόφλες του στο παρκέ είναι πάντα ανεπαίσθητο, το τσάκισμα της εφημερίδας καθώς διαβάζει, άηχο και δίχως παλμό. Ποτέ δεν ξέρεις αν έχει φύγει ή μόλις ήρθε. Κάτι πάνω του είναι από καιρό σε ανακαίνιση που δεν τέλειωσε. Του βάζω να φάει και δεν ρωτάει τι είναι. Κι όμως, δεν αφήνει ούτε μπουκιά στο πιάτο. Έχει πάντα ένα τσιγάρο αναμμένο, αλλά ποτέ δεν τον έχω δει να καπνίζει. Οι στάχτες στο τασάκι τον κοιτάζουν. Με τα παιδιά δεν έχει πρόβλημα: τα διαβάζει ανελλιπώς τα σαββατοκύριακα, αλλά αν τον ρωτήσω τι τάξη πάνε δεν θα ξέρει να μου πει. Τα βγάζει και βόλτα. Από μνήμης έχει κρατήσει αυτό που του είπα κάποτε: έχουν μεγαλώσει πια, μην τα πας άλλο στις κούνιες γιατί βαριούνται. Φίλους δεν έχει, ούτε χόμπι. Κάθεται στον καναπέ και βλέπει τηλεόραση με τις ώρες. Όμως ούτε κι εκεί είναι παρών. Θα βρέξει αύριο, τι λέει; Δεν ξέρει. Θα έχουν απεργία τα λεωφορεία; Ανασηκώνεται έντρομος λες και του είπα τη χειρότερη είδηση του κόσμου. Τα μάτια του γεμίζουν με κάτι μεταλλικό, το άσπρο χάνεται. Λες; Πώς θα πάω στη δουλειά; Είναι ένας δικός του παραλογισμός χωρίς έρεισμα. Δεν έχει λείψει ποτέ από τη δουλειά του. Είναι άνθρωπος του καθήκοντος. Την επόμενη του γάμου μας με παράτησε σύξυλη στο κρεβάτι να τον περιμένω να γυρίσει από το γραφείο το βράδυ. Ταξίδι του μέλιτος δεν πήγαμε. Αγοράσαμε καρτ ποστάλ με τον Πύργο του Άιφελ. Ήταν καλά. Είχε ήλιο και τα δέντρα ήταν ανθισμένα και είχε φώτα, πολλά φώτα.
Ναι, ο άντρας μου είναι τόσο ήσυχος σαν τα λουλούδια που έχουμε στο μπαλκόνι. Τα πότιζα κάθε μέρα, στο τέλος σάπισαν, τα άφησα έτσι. Με τον καιρό προσαρμόστηκα. Φτιάχνω πατάτες στο φούρνο κι όταν τα παιδιά γυρνούν από το σχολείο με ρωτούν τι φαγητό έχουμε. Μακαρόνια τους λέω. Νομίζουν πως τα κοροϊδεύω. Στο κρεβάτι δεν φωνάζω. Πνίγομαι στα σάλια μου. Δεν ακούγεται τίποτα. Ούτε το σώμα του όταν πέφτει στο δικό του. Ίσως γιατί δεν πέφτει. Υπάρχει ένα ξέψυχο μένος, κάτι που δεν λέει να βγει και σκαλώνει.
Έχουμε μια κανονική οικογένεια. Όταν με ρωτούν αυτό λέω, αλλά δεν ξέρω τι σημαίνει. Το άκουσα που το έλεγε μια ηθοποιός στην τηλεόραση και αποφάσισα να λέω το ίδιο. Σε γλυτώνει από παραπάνω ερωτήσεις. Τι να άλλο να πεις σε έναν κανονικό άνθρωπο; 
Εκείνη την ημέρα, όμως, φοβήθηκα πολύ.
Πηγαίναμε όλοι μαζί βόλτα με το αυτοκίνητο. Δεν το κάνουμε συχνά, δεν ξέρω τι μας έπιασε και ποιος μας ανάγκασε να το κάνουμε. Ο άνδρας μου άρχισε να τρέχει – ποτέ δεν έτρεχε με το αυτοκίνητο. Μια απόσταση δέκα χιλιομέτρων μπορεί να την κάνει και σε τέταρτο. Ποιος ο λόγος να βιάζεται κανείς, λέει. Ποιος ο λόγος να φτάσει, λέω εγώ. Εκείνη την ημέρα όμως το πόδι του ήταν καρφωμένο στο γκάζι. Δύο φορές περάσαμε με κόκκινο, προσπερνούσε το ένα αυτοκίνητο μετά το άλλο, έκανε ελιγμούς,  έστριψε σε λάθος δρόμο, πήγε να πατήσει μια γάτα, έβρισε έναν παππού που οδηγούσε με το πάσο του, άνοιξε το ραδιόφωνο και το έκλεισε και το άνοιξε ξανά. Σε έναν σταθμό που δεν έπιανε και έκανε ένα εκνευριστικό ήχο με παράσιτα.
Τα παιδιά τρόμαξαν, εγώ άρχισα να πνίγομαι κι εκείνος έτρεχε, έτρεχε. Όταν φτάσαμε ήταν σε ένα παραλιακό κέντρο. Η θάλασσα σκοτεινή, ο ήλιος κρυμμένος. Είχαμε βγει για φαγητό. Μας το θύμισε η μικρή μας κόρη. Τα χείλια της ήταν άσπρα από τον τρόμο. Παραγγείλαμε, αλλά δεν φάγαμε τίποτα. Πληρώσαμε μετά από μισή ώρα και φύγαμε. Στην επιστροφή δεν μίλησε κανείς. Οδηγούσε όπως πάντα. Είχαμε μια κανονική ταχύτητα και μια κανονική σιωπή και ήταν δικά μας όλα.
Από εκείνη την ημέρα κάτι άλλαξε. Δεν ξέρω τι ακριβώς, δεν μπορώ να καταλάβω. Το πάτωμα στο σπίτι ηχεί κούφιο, οι τοίχοι είναι μαλακοί, τους πιάνω και μου μένουν σοβάδες στα χέρια. Τα έπιπλα μαζεύουν περισσότερη σκόνη. Τα περνάω με πανί και σε μια ώρα είναι σαν να μην τα καθάρισα ποτέ. Τους αλλάζω θέση πού και πού για να μην βαριούνται σαν κι εμάς. Εκείνος δεν μιλάει στα παιδιά, ούτε τα διαβάζει τα σαββατοκύριακα. Δεν κάνουμε έρωτα, πολλές φορές τον βρίσκω να κοιμάται στον καναπέ και τον αφήνω εκεί. Του βάζω στο πλάι ένα ποτήρι νερό, μην πνιγεί τη νύχτα, και του κλείνω τα φώτα. Το πρωί τα βρίσκω ανοιχτά. Δεν τα κλείνω. Υπάρχουν φορές που βυθίζεται με τις ώρες στον καναπέ, αλλά η τηλεόραση είναι κλειστή. Έχει μπροστά του την εφημερίδα• είναι ανοιγμένη στις αθλητικές σελίδες. Ο άνδρας μου δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο. Δεν έχει καν αγαπημένη ομάδα. Του κλέβω λέξεις, φράσεις, νοήματα με τα μάτια. Σήμερα έδιωξαν άλλους δύο στη δουλειά, ο ένας είχε προχωρημένο καρκίνο, ήρθαν τα κοινόχρηστα, αυτό το κρέας που αγόρασες ήταν σκληρό δεν τρώγεται, αλλά βάλε μου λίγο ακόμη.
Μετά πέφτει να κοιμηθεί και είναι σαν να παλεύει με κάτι αόριστο, σαν να τρέχει, αλλά μόνος του. Το πόδι του παίζει κάτω από τα σκεπάσματα. Κάτι πατάει, κάτι θέλει να σπρώξει να πάει πιο γρήγορα. Είναι κάτι που του έχει μείνει και στον ξύπνιο του. Εκεί που κάθεται ήσυχα βλέπεις το ένα πόδι του να τινάζεται δίχως ρυθμό. Πάνω, κάτω, πάνω, κάτω, πάνω, κάτω, πάνω, κάτω, πάνω, κάτω. Θεέ μου, είναι τρελό. Είναι ολότελα τρελό όλο αυτό το πράγμα και δεν σταματάω να το κοιτάζω κι εκείνο δεν σταματάει να πηγαίνει πάνω κάτω. Τον έπεισα να πάει σε νευρολόγο. Έκανε όλες τις εξετάσεις. Δεν του βρήκαν τίποτα. Καρδιά μικρού παιδιού, επίπεδα σακχάρου κανονικά, τα νεύρα του είναι βούτυρο. Κι όμως, το πόδι δεν σταματάει με τίποτα. Πάνω, κάτω, πάνω, κάτω, πάνω, κάτω. Πώς κάνει ο μπαμπάς; Να έτσι, λένε τα παιδιά πίσω από την πλάτη του. Τον κοροϊδεύουν, αλλά κανένα δεν γελάει με το αστείο. Συνεχίζουν να το κάνουν.
Το κάνει και τώρα. Ακούω τα σκεπάσματα στο κρεβάτι μας που τρίζουν. Κάτι υπάρχει σε αυτό το πόδι, κάτι υπάρχει.

Μαζεύω τα πιάτα από το τραπέζι, μοιάζουν με άδεια μάτια• λερωμένα. Τα πλένω και πάλι το ίδιο: με κοιτάζουν με εκείνες τις παγωμένες κόρες τους• καθαρά αυτή τη φορά. Βγαίνω στο σαλόνι να τον ακούσω,  να βεβαιωθώ ότι είναι καλά, ότι είναι κανονικά. Στο υπνοδωμάτιο δεν θέλω να μπω ακόμη, φοβάμαι. Επιστρέφω στην κουζίνα. Βάζω τα πιάτα στη θέση τους και φοβάμαι περισσότερο. Κάτι θα πέσει, θα διαλυθεί, θα γίνει θρύψαλα και μετά κάτι άλλο και κάτι άλλο. Και θα συνεχίσει να πέφτει. Όταν ξάπλωσα δίπλα του, περασμένες δώδεκα, ήταν πλέον πολύ αργά για τα πάντα. Το άλλο πρωί μου είπε πως αποφάσισε να πουλήσει το αμάξι. Δεν μας χρειάζεται, είναι επιπλέον έξοδο, μου εξήγησε, και το μετρό είναι μια χαρά. Να, το πόδι του πάλι έπαιξε. Την ώρα που έπινε καφέ και μου έλεγε για το αυτοκίνητο. Είσαι σίγουρος, αυτό το αυτοκίνητο ήταν το όνειρό σου γιατί να το σκοτώσεις τώρα που κανένας δεν αγοράζει τίποτα; Το πόδι, εκεί, να δίνει το ρυθμό. Το έκρυψε κάτω από το τραπέζι να μην το βλέπω. Ούτε κι εκείνος. Κάτι συμβαίνει εκεί που δεν βλέπουμε. Ντύθηκε γρήγορα γρήγορα, να προλάβω το λεωφορείο, μου είπε, να συνηθίσω τις διαδρομές. Δηλαδή το έχεις αποφασίσει; Ναι. Χωρίς να μας ρωτήσεις; Καλύτερα έτσι. Και τα παιδιά; Θα μάθουν να πηγαίνουν με τη συγκοινωνία όπως όλοι. Κι εμείς; Το ίδιο. Τον περίμενα να φύγει με το ασανσέρ. Κοιτούσε τα παπούτσια του, κοιτούσα τα χέρια μου. Του είπα ότι το μεσημέρι θα έφτιαχνα μακαρόνια. Έφτιαξα πατάτες στο φούρνο. 


Ο Διονύσης Μαρίνος γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1971 στην Αθήνα, πόλη στην οποία συνεχίζει και διαμένει. Είναι παντρεμένος, έχει ένα παιδί και τα τελευταία 15 χρόνια εργάζεται ως δημοσιογράφος. Εδώ και έξι χρόνια εργάζεται ως αρχισυντάκτης στην καθημερινή αθλητική εφημερίδα "Goalnews" και είναι παραγωγός του αθλητικού ραδιοφώνου "Sentra 103,3". Κατά περιόδους έχει εργαστεί σε τηλεοπτικούς σταθμούς, περιοδικά και γραφεία Τύπου.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014)Αναμνέζα, Γαβριηλίδης
(2014)Ουρανός κάτω, Πάπυρος Εκδοτικός Οργανισμός
(2012)Τελευταία πόλη, Γαβριηλίδης
(2011)Χαμένα κορμιά, Τετράγωνο
 
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2015)Μονόλογοι συγγραφέων, Vakxikon.gr
(2015)Μονόλογοι συγγραφέων, Vakxikon.gr
(2014)Via dolorosa, Vakxikon.gr
(2013)Via dolorosa, Vakxikon.gr
(2013)Έγκλημα στο χωριό, OpenBook.gr
(2013)Ιστορίες διαδικτύου, Τα πρώτα 20 διηγήματα του 2011, Artspot
(2011)Διαγωνισμός "Λόγω Τέχνης", Artspot
(2011)Θεσσαλονίκη 2012: Διαγωνισμός διηγήματος, Ιανός
(2009)19 νέα βήματα, Ελευθερουδάκης
(2009)Αποκάλυψη, Ανατολικός
-----------------------------

* Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

" ΤΕΛΕΙΩΣΕΣ;" του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΟΥΚΟΥΡΑ

         
 επιμέλεια Νότα Χρυσίνα*                             
 
"The Doctor" by Luke Fildes(1891) 

    Εκείνη την εποχή,  κατά το Μεσοπόλεμο, το να πάει κάποιος νέος από χωριό να σπουδάσει στο Παρίσι ήταν από δύσκολο έως αδύνατο… Και όμως, ο Δημήτρης Αντωνόπουλος, από κάτοικος  εκείνου του χωριού, στις υπώρειες του Παρνασσού, βρέθηκε στο Μονπαρνάς να μοιράζεται ένα φοιτητικό δωμάτιο μαζί με δύο άλλους φερέλπιδες νέους από την Αθήνα.
   Η ιστορία είχε αρχίσει γύρω στα τρία χρόνια πριν, όταν ο καθηγητής συνάντησε μια μέρα στο δρόμο τον κύρη τού Δημητρού:
   -Άκου να σου πω κυρ Πανάγο. Ο Γιός σου είναι ο πρώτος μαθητής στο σχολείο… Θα είναι κρίμα να μην προχωρήσει πιο πέρα… Έχω μιλήσει μαζί του αρκετά πάνω στο θέμα των σπουδών του… Είναι λίγο δύσκολος χαρακτήρας. Κλειστός. Όμως κατάφερα να τού βγάλω με το τσιγκέλι αυτό που -όπως μού είπε- είναι διακαής του πόθος… Θέλει, λέει, να γίνει γιατρός…
   -Γιατρός; Τι είναι αυτά που λες κυρ δάσκαλε; Τι να κάνει εδώ στο χωριό σαν γιατρός; Πενήντα νοματαίοι όλοι κι όλοι… Σα να μου λες δηλαδή, ότι θα πάει να σπουδάξει στην Αθήνα, και μετά, αφού τελέψει, θα μείνει εκεί για να ασκήσει το επάγγελμά του… Τρέχα  γύρευε…
   -Γιατί; Άσχημα θα σου καθίσει να έχεις το γιό σου σπουδασμένο; Αφού ο θεός τον προίκισε με τέτοιο μυαλό, να πάει χαμένη αυτή η θεία χάρη;
   -Μα καλά τώρα… Να μείνει στην πρωτεύουσα; Και ποιος μωρέ θα με βοηθήσει εμένα στα χωράφια; Μηδέ έχω και κάνα άλλο παιδί: Μονάκριβος μού έχει μείνει… Αν πάει στην Αθήνα τον έχασα…
   -Και ποιος σου είπε εσένα ότι θα μείνει στην Αθήνα;
   -Αμ που θα μείνει; Τί γιατριλίκι θα ασκήσει εδώ πέρα; Εδώ τα ζώα είναι  πολύ περισσότερα από τους ανθρώπους… Εκτός κι αν θέλει να γίνει κτηνίατρος...
   -Λοιπόν… Όταν σου είπα ότι αυτό το παιδί είναι ξεχωριστό, το εννοούσα… Ξέρεις μωρέ τι μου είπε; Ότι θέλει να γίνει γιατρός  να γιατρεύει τον κόσμο από την ελονοσία...
   Το χωριό τους ήταν κοντά στην περιοχή της λίμνης της Κωπαΐδας. Κι εκείνες τις εποχές, οι τόποι γύρω από την λίμνη υπέφεραν από την φοβερή αρρώστια… Δεκάδες έφευγαν κάθε χρόνο  μέσα σε φοβερούς πυρετούς.  Η αποξήρανση  που είχε αρχίσει πριν από πολλά χρόνια αργούσε  να ολοκληρωθεί…
   -Κολοκύθια τούμπανα, κυρ δάσκαλε.. Εγώ το παιδί μου το θέλω εδώ, δίπλα μου… Βλέπεις, γερνάω σιγα-σιγά, και η ζωή στα χωράφια θέλει γερά χέρια..
   -Τα γερά χέρια, κυρ Πανάγο, τα βρίσκεις και έξω από το σπίτι σου… Τα γερά μυαλά όμως σπανίζουν. Αυτά τα έχεις μέσα στο σπίτι σου… Αυτά να κοιτάξεις να εκμεταλλευτείς...
   Ο Πανάγος ένοιωθε ότι το επιχείρημα του δάσκαλου -που άλλωστε ήταν και ο ειδικός- ήταν λογικό. Όμως αυτός αντέτεινε το μόνο τρανό επιχείρημα που είχε στη διάθεσή του:
   -Ωραία τα λες εσύ δάσκαλε!... Και από λεφτά τι γίνεται; Ξέρεις πόσα χρειάζονται; Ή θέλεις τώρα να σου θυμίσω την ιστορία του Καλονίκου;
   (Αυτή, η ιστορία του Καλονίκου, κυκλοφορούσε στο χωριό σαν ανέκδοτο… Επρόκειτο για την ιστορία ενός συγχωριανού τους, πλούσιου τσέλιγκα, πλην όμως αγαθού. Αυτός λοιπόν, είχε ένα γιό που φαγώθηκε να πάει στη Γερμανία να σπουδάσει… Έφυγε, πήγε στο καλό, και περνούσαν τα χρόνια και όλο σπούδαζε και όλο σπούδαζε, είχαν ξεχάσει ακόμα και τη φάτσα του. Και κάποτε στο καφενείο του χωριού, κάποιος συγχωριανός ρωτάει τον Καλονίκο με σκωπτική διάθεση:
   -Και τι σπουδάζει, ρε Γιώργη, ο γιός σου στα εξωτερικά;
   -Τι σπουδάζει;  Λύκος… Να τι σπουδάζει…
   -Λύκος; Και τί είναι αυτή η σπουδή ρε Γιώργη; Υπάρχει;
   -Υπάρχει… Αμ πώς δεν υπάρχει… Λύκος… Ξέρετε πόσα πρόβατα μού έχει φάει; Και ακόμα δεν πήρε το χαρτί…)
    -Αν είναι εκεί το πρόβλημα, υπάρχει λύση, αντέτεινε, ο δάσκαλος… Ας το σε μένα…
    Εκεί είχε σταματήσει η κουβέντα εκείνο το απόγευμα, και ο καθένας είχε πάρει το δρόμο του… Ο Πανάγος στο χωράφι, ο δάσκαλος στο σχολειό…
    Η λύση που είχε υπ’ όψιν ο δάσκαλος ήταν η υποτροφία. Ο μαθητής του ήταν ιδιοφυία. Το είχε διαπιστωμένο. Και μη χάνοντας καιρό έκανε τις απαραίτητες ενέργειες στη σχετική επιτροπή του υπουργείου.. Τέλειωσαν τα διαδικαστικά, και ο Δημήτρης του Πανάγου, γράφοντας μιαν εξαιρετική εργασία, κατάφερε και πήρε υποτροφία για το πανεπιστήμιο του Παρισιού, μιας και εδώ στο δικό μας δεν υπήρχε τότες ειδικότητα της παθολογίας για την ελονοσία.
    Ο Πανάγος το έμαθε, και το έφερε βαρέως που ο γιός του θα έφευγε…  Το είχε πάρει κάπως σαν συνομωσία του παιδιού του με τον δάσκαλο εναντίον του. Βρε τί του είπαν οι συγγενείς ότι αυτό «είναι μεγάλη ευκαιρία για το παιδί», ότι «θα έπρεπε να είναι υπερήφανος που ο γιός του θα γύριζε σπουδαγμένος επιστήμονας», αυτός το είχε μεγάλο μαράζι. Ούτε καν στο λεωφορείο δεν συνόδευσε τον Δημήτρη όταν έφτασε η μέρα της αναχώρησης… Παρέμεινε σε κάποιαν απόσταση, και οι χωριανοί τον άκουσαν να μονολογεί, καθώς το αμάξι χανόταν στην στροφή του δρόμου, «Το ένα μου παιδί το έφαγε το ποτάμι και το άλλο μου το τρώνε τώρα οι σπουδές»… Πριν από χρόνια, εκείνη την ημέρα της καταραμένης νεροποντής, η γυναίκα του γλίστρησε και έπεσε μέσα στο αγριεμένο ρέμα έξω από το χωριό.. Ο μεγάλος του γιός, παλληκαράκι δεκατεσσάρων χρονών, έπεσε για να την σώσει, και πνίγηκαν και οι δύο… Από εκείνην την μέρα ο Πανάγος είχε αλλάξει. Με δυσκολία  έσκαγαν τα χείλη του σε χαμόγελο.  Τα λόγια του ήσαν λιγοστά και μετρημένα, ακόμα και στο μικρό Δημήτρη που τον μεγάλωνε με χίλια ζόρια…
     Ο Δημήτρης πέρασε πέντε αλησμόνητα χρόνια σπουδών στο Παρίσι, μέσα σε ένα περιβάλλον και μια ζωή που ούτε καν  την φανταζόταν τότε που ζούσε στο χωριό. Το μυαλό του άνοιξε σε νέες ιδέες, έκανε σπουδαίες φιλίες, εκεί αντρώθηκε. Ούτε μια φορά δεν ήρθε στο χωριό όσο σπούδαζε, και αυτό ελείψει χρημάτων για τα ναύλα. Άλλοι καιροί τότες. Και κάποτε, τέλειωσε, και γύρισε στο χωριό έχοντας στις αποσκευές του το δίπλωμά του ως γιατρού Malariologiste, με άριστα και από κάτω φαρδιές πλατιές τις υπογραφές των πιο διάσημων καθηγητών της εποχής. Ο πατέρας του  δεν τον υποδέχτηκε όταν γύρισε με το λεωφορείο, όπως και δεν τον είχε κατευοδώσει τότες που έφυγε. Όταν έφτασε στο σπίτι ο Δημήτρης έβγαλε από την βαλίτσα και του έδειξε το Δίπλωμά του με περηφάνια… Τότες αυτός δεν έκανε κάνα σχόλιο πάνω σ’ αυτό.  Μόνο είπε:
   -Τέλειωσες; Έκανες το κέφι σου; Σύρε τώρα στα χωράφια… Εγώ δεν πρόκειται να σε βοηθήσω να ανοίξεις ιατρείο… Κράτα τις σπουδές για τον εαυτό σου…
    Ήταν σα να τον χτύπησε κεραυνός…  Η στάση του κύρη του ήταν ακατανόητη… Κάθισε εκεί, σε μια γωνιά, αποσβολωμένος. Και όταν ήρθε η επόμενη μέρα, τότε που ο Πανάγος άρπαξε τα βιβλία του και τα πέταξε έξω από το σπίτι, το μυαλό του τραυματίστηκε θανάσιμα…

    Από εκείνη την μέρα το παιδί έπαθε ψυχικό μαρασμό… Δεν εξάσκησε ποτέ την ιατρική, και όπως ήταν φυσικό ούτε και στα χωράφια ήταν ικανός να δουλέψει… Η μελαγχολία τον έκλεισε στο σπίτι. Και όταν αργότερα, σιγά-σιγά, άρχισε να βγαίνει, σταματούσε στο δρόμο και παραμιλούσε… Και έλεγε: «Ξέρετε… Εγώ είμαι Γιατρός… Γιατρός ελονοσιολόγος… Είμαι Γιατρός»…


Ο Δημήτρης Μπούκουρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942. Η ζωή του σημαδεύτηκε από τον άδικο θάνατο της μητέρας του στα Δεκεμβριανά. Τέλειωσε το Γυμνάσιο Παλ. Φαλήρου και ακολούθως φοίτησε στην Δημοσιογραφική Σχολή του Σπύρου Μελά. Εργάστηκε για δύο χρόνια την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» από το 1964 μέχρι το 1967, όταν η Χούντα σταμάτησε άδοξα την δημοσιογραφική του καριέρα αφού οι εφημερίδες έπεσαν σε χειμερία νάρκη και η λογοκρισία ανέλαβε τον ρόλο του διευθυντή σύνταξης. Ύστερα από πολλές επαγγελματικές περιπέτειες ασχολήθηκε με το εμπόριο. Είναι παντρεμένος με την Αγγελική Μολφέτα. Έχει γράψει μια συλλογή ποιημάτων, μια συλλογή διηγημάτων, δύο παιδικά βιβλία, «Οι Στρατήδες» και το «Γειά σας… Είμαι η Μύρτις», ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δύο εργασίες: «Το παραμύθι του οψιδιανού» και «Σύντομη ιστορία του Ελληνικού νομίσματος», και το παρόν βιογραφικό αφήγημα «Διάττοντες» που είναι και η πρώτη του δουλειά που εκδίδεται.



   ---------------------------

* Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος.


"Προσθήκη στους φίλους " του ΓΡΗΓΟΡΗ ΣΑΚΑΛΗ


επιμέλεια Νότα Χρυσίνα*



Προσθήκη στους φίλους

Ήταν φίλοι στο facebook. Μιλούσαν αρκετά συχνά μέσω του υπολογιστή. Αυτός της είχε κάνει αίτημα φιλίας. Την είχε δει στους φίλους ενός φίλου του από την πραγματική ζωή και του άρεσε απ’ την πρώτη ματιά. Όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να την ερωτεύεται. Από μακριά. Ήταν τόσο νέα, γύρω στα τριάντα και κάτι. Αυτός είχε πατήσει τα πενήντα για τα καλά. Παντρεμένος με παιδιά αλλά η σχέση με τη γυναίκα του ήταν ανύπαρκτη εδώ και χρόνια.
Ήταν συγγραφέας αρκετά γνωστός και αυτή του η δραστηριότητα ήταν που του έδινε χαρά. Αυτή και τα παιδιά του. Όμως η έλλειψη γυναίκας ήταν κάτι που τον βασάνιζε.
Η κοπέλα ήταν καθηγήτρια φιλόλογος και έδειχνε να ενθουσιάζεται με τα γραπτά του. Μιλούσαν συχνά για τα βιβλία του και διάφορα άλλα θέματα της ζωής. Πάντα μέσω facebook.
Κάποια στιγμή βρήκε το θάρρος και της ζήτησε να βγούνε έξω για καφέ. Αυτή στην αρχή δίστασε αλλά τελικά δέχτηκε. Συναντήθηκαν μία, δύο, τρεις φορές. Η συζήτησή τους περιστρεφόταν στα γνωστά θέματα. Τίποτα περισσότερο.
Μια μέρα πήρε την απόφασή του να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Συναντήθηκαν σ’ ένα ήσυχο καφέ και εκεί της μίλησε. «Σε θέλω» της είπε. «Μονοπωλείς τη σκέψη μου». Αυτή γέλασε. Από έκπληξη, αμηχανία, της φάνηκε αστείο, ποιος ξέρει;
Του είπε ότι αυτή ψάχνει έναν άντρα χωρίς υποχρεώσεις για να κάνει μαζί του οικογένεια. Εν ολίγοις απέρριψε τον έρωτά του. Του είπε όμως ότι μπορούν να παραμείνουν φίλοι όπως μέχρι τώρα. Αυτός έδειξε κατανόηση, έτσι τουλάχιστον φάνηκε. Ήταν εξάλλου χαμηλών τόνων άνθρωπος. Χαιρετιστήκανε και είπαν ότι θα μιλήσουν στο facebook. Τηλέφωνα δεν είχαν ανταλλάξει, αυτή το θέλησε έτσι.
Την άλλη μέρα μόλις γύρισε από τη δουλειά, έκανε έναν καφέ και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Μπήκε στο facebook και την αναζήτησε. Μόλις την βρήκε είδε έκπληκτος την ένδειξη «προσθήκη στους φίλους». «Πάει, τέλειωσε», μουρμούρισε πικραμένος.




Βιογραφικό σημείωμα: Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τις συλλογές «Κίβδηλος Καιρός» το 2008 και «Θαμμένος στην Άμμο» το 2010, από τις εκδόσεις Πλανόδιον, και τη συλλογή «Πορεία στη γύμνια», Bookstars 2013. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012. Επόμενή του δουλειά η συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες ενός παραμυθά» σε μορφή e-book από την Easywriter.gr. Το Δεκέμβριο του 2015 κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή «Κυτίο Κρυφών Ονείρων», από τις εκδόσεις Ενδυμίων. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά.

--------------------------



 * Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος.


Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

"Μαρία" της Δήμητρας Κουλούρη



επιμέλεια Νότα Χρυσίνα*

Αφροδίτη της Μήλου (ελληνιστική εποχή)

«Στην αρχή ήταν η νύχτα…
Μαύρη, σιωπηλή και ήρεμη, την βίασε ο άνεμος κι ούτε φωνή δεν έβγαλε. Κι η βία καρποφόρησε  ένα αυγό. Κι από το αυγό γεννήθηκαν ο Ουρανός και η Γη.
Ο Ουρανός απλώθηκε από επάνω με όλα του τ’ αστέρια εξουσιαστικός και άνετος. Κι η Γη, χωρίς δεύτερη κουβέντα, ξεμύτισε από κάτω του. Άνοιξε τα πόδια της και από τη μήτρα της ξεχύθηκαν κόλποι, κοιλάδες και βουνά, ωκεανοί και ποτάμια. Τρεχούμενα νερά έζωσαν τη σάρκα της χωρίς αρχή και τέλος. Και μετέτρεψαν τη Γη σε πηγή. Πηγή ζωής.
Σάστισε τότε ο Ουρανός από την τόση ομορφιά. Ομορφιά που φυλάκιζε όλες τις αισθήσεις του. Χρώματα ξεφύτρωναν από παντού. Μεθυστικές μυρωδιές αναδύονταν από τα σωθικά της. Και υγρές νότες έπλεκαν τη μελωδία του έρωτα, το Ρω του Έρωτα. Το Ρω του Έρωτα από το ρω του νερού που σε ξεδιψάει και σε μεθάει. Και το άγγιγμα εθιστικό· απαλή σαν βελούδο σάρκα, εύπλαστη σαν πηλός.
Κι έγινε μπλε ο Ουρανός από φόβο κι έρωτα. Θέλησε κι αυτός να γεννάει. Κι έχυνε σπέρμα στους κόλπους της και γεννούσε τέρατα. Και τα έθαβε μέσα της για να μην τα βλέπει ξανά και ξανά. Μέχρι που ξεχείλισε πόνο η ψυχή της και μάτωσε.
Τέλος σε αυτό το μαρτύριο έδωσε ο Κρόνος, ο μικρότερος γιος της Γης και του Ουρανού. Έκοψε ένα μέρος από το στεφάνι του και κατασκεύασε ένα δρεπάνι. Και μ΄ αυτό, ένα βράδυ που κοιμόταν ο πατέρας του, τού ακρωτηρίασε τα γεννητικά του όργανα και τα πέταξε στη θάλασσα.
Και η θάλασσα άφρισε από τον φόβο και τον φόνο, από το αίμα και την αλμύρα. Και από τους αφρούς αναδύθηκε ένα γυμνό άγαλμα όμορφο σα να 'ταν σμιλεμένο από τον καλύτερο γλύπτη. Λείο, λευκό, με καλλίγραμμες καμπύλες, στητά στήθη και γόνιμους γοφούς, έτοιμο να σε εξαπατήσει με την ομορφιά του σαν το θωρούσες από μακριά. Μα σαν σιμά του πλησίαζες, έβλεπες τα χέρια του πισθάγκωνα  δεμένα.
Αιχμάλωτη αναδύθηκε για να πορευτεί στον κόσμο των αγαλμάτων.
Εκεί την έλεγαν Αφροδίτη, εδώ Μαρία...»
Με τέτοια παραμύθια μεγάλωνα. Παραμύθια που εμφύτευαν στο υποσυνείδητό μου ρόλους και κόντρα ρόλους που με καλούσαν να υποδυθώ στη ζωή μου.
Ελεύθερη και πολιορκημένη από αρχές, πρέπει και μη.
Αγνή με ήθελαν, πιο αγνή και από το λευκό. Μια Μαρία παρθένα. Ούτε στάλα πονηριάς να μη στάξει στο μυαλό μου. Και προκομμένη. Γι’ αυτό μου αγόραζαν εργόχειρα, κουβαρίστρες και βελόνες. Να μάθω να κεντάω και να πλέκω, να ράβω και να μαντάρω. Βετέξ και σφουγγαρίστρα για να γίνω καλή νοικοκυρά. Παρακολούθηση εκπομπών μαγειρικής. Έτσι θέλει τη Μαρία η ελληνική παράδοση, δούλα και κυρά.
Στον ρόλο της μάνας με έβαζε το παιχνίδι με τις κούκλες. Ολημερίς  έντυνα κι έγδυνα, τάιζα και ξεσκάτιζα κούκλες. Τις έπλενα, τις χτένιζα, τις κοίμιζα με παραμύθια. Με τα ίδια παραμύθια που κοίμιζαν κι εμένα. Και οι κούκλες αποκτούσαν υποσυνείδητο.
Και με απόψεις αντικρουόμενες μεγάλωνα. «Να διαβάζεις για να μάθεις γράμματα», μου έλεγε ο πατέρας μου κάθε μέρα στο μεσημεριανό τραπέζι χτυπώντας τα χείλη του πάνω κάτω και αλέθοντας κομμάτια τροφής, «Να μη γίνεις μοδίστρα ή μανταρίστρα. Να σπουδάσεις, να βρεις μια καλή δουλειά, να κερδίζεις λεφτά για να μην έχεις ανάγκη κανένα μαλάκα». Και όταν πήγαινα να βγάλω κουβέντα, πεταγόταν η μάνα μου για να με προσγειώσει και να με συνετίσει, «Σώπα, μη μιλάς όταν μιλάει ο μπαμπάς.»
Και πιάνο και γαλλικά και χορό, για να ανοίξουν τους ορίζοντές μου. Ορίζοντες που οι ίδιοι τους κρατούσαν ερμητικά κλειστούς.
Μόνο καθήκοντα ήταν τα παιδικά μου χρόνια και λίγο παιχνίδι με επιλεγμένες φίλες· τη Μαρία του πλούσιου, τη Μαρία του γιατρού, τη Μαρία του δασκάλου...
Έτσι περνούσαν οι νύχτες μου. Και γέμιζαν με εφιάλτες. Πρόσωπα γνωστά και άγνωστα να κυλιούνται σε λάσπες. Σε κόπρανα και τρωκτικά να περπατούν ανάμεσα. Χάθηκαν τα χρώματα, τα πρόβατα και τα ουράνια τόξα.
Και πονούσαν τα στήθια μου και μεγάλωναν τα οπίσθιά μου. Και οι αλλαγές στο σώμα μου ήταν τόσο απότομες που κάποιες φορές ένοιωθα ξένη μέσα σε αυτό. Και τα καθήκοντα καθήκοντα και οι περιορισμοί έπαιρναν τον ανήφορο.
Μια νύχτα ξύπνησα από πόνους πρωτόγνωρους. Ανάβοντας το φως αντίκρισα κηλίδες ζεστού πορφυρού αίματος στα λευκά σεντόνια. Ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπη με τον θάνατο και άρχισα να ουρλιάζω. Και ξύπνησε η μάνα μου, μου έκλεισε το στόμα και μου ψιθύρισε, «Σώπα, μη μιλάς, δεν είναι τίποτα». Με πήγε στο μπάνιο, μου πέταξε ένα καθαρό βρακί και κάτι τυλιγμένα χαρτιά – χαρτοβάμβακα, θαρρώ, τα αποκάλεσε- και με έστειλε για ύπνο με μια εντολή, «Και κοίτα μην πεις τίποτα πουθενά!».
Αυξήθηκαν οι εφιάλτες και απέκτησαν χρώμα... κόκκινο, πορφυρό. Το χρώμα του αίματος.
Και μπήκα στον χορό των ορμονών. Περνούσαν και προσπερνούσαν βρόμικες σκέψεις το μυαλό μου και το σώμα μου δυσφορούσε. Μια γλυκιά δυσφορία που ερχόταν κι έφευγε χωρίς να μπορώ να δώσω ερμηνεία. Και αναζήτησα την ερμηνεία στο είδωλό μου, το είδωλο λέει πάντα την αλήθεια. Κλείστηκα στο μπάνιο και σήκωσα αργά το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Το κοίταξα κατάματα και αυτό μου είπε, «Έχεις καύλες». Ήταν η στιγμή που ξύπνησε η Μαρία η Μαγδαληνή...
Σάπιζε το σώμα μου και άνθιζε λουλούδια. Μεταμορφωνόταν συνέχεια. Οι κούκλες αποκτούσαν υποσυνείδητο κι εγώ μορφή κούκλας. Έτσι άρχισε το κυνήγι του αρσενικού.
Βαμμένες μάσκες, φουρκέτες στα μαλλιά και η φούστα σηκωμένη από τη μέση κάθε μέρα και περισσότερο.
Επανάσταση, φυγή. Έτσι αντιδρούσα στις ηθικές επιταγές που δεχόμουν από τον περίγυρο. Πηδούσα το βράδυ από τα μπαλκόνια και αναζητούσα την ελευθερία σε κακόφημα μπαρ. Αλκοόλ, μπάφοι, φτωχά λεξιλόγια με πλούσια υβρεολόγια.
Μαζί με μένα ωρίμασαν και οι τιμωρίες: χαστούκια, κλείδωμα στο δωμάτιο, φωνές, ψυχική κακοποίηση. Κι όταν φώναζα, η μάνα μου μού βούλωνε το στόμα λέγοντας, «Σώπα, μη μιλάς!».
Και όταν ξεχνιόταν το περιστατικό και χαλάρωναν λίγο τα δεσμά, έκανα χειρότερα. Ερωτοτροπούσα με ανταλλαγές στοματικών υγρών και ερεθιστικών αγγιγμάτων.
Πουτάνα με αποκάλεσε η μάνα μου όταν έφτασαν τέτοια νέα στα αυτιά της από τις κουτσομπόλες της γειτονιάς.
Ναι, ήμουν μια ιλουστρασιόν παρθένα-πουτάνα. Παρθένα στο σώμα, πουτάνα στη συμπεριφορά. Και όλα αυτά γιατί ακολουθούσα το ένστικτό μου, τη φύση μου. Ήμουν γυναίκα...
Και οι εφιάλτες ζωντάνευαν τα βράδια που έβγαζα τη βαμμένη μάσκα και τις φουρκέτες από τα μαλλιά. Το κουρασμένο είδωλό μου στον καθρέφτη στεκόταν στην αρχή μιας διχάλας… κορίτσι ή γυναίκα;
Ζούσα μια πρόωρα γερασμένη εφηβεία... Χαμογέλασα μπροστά στη λίστα των επιτυχόντων στις ανώτατες σχολές. Άλμα στην ανεξαρτησία το θεώρησα. Θα γλίτωνα από τη γκρίνια της μάνας μου, από τα χαστούκια του πατέρα μου. Θα ήμουν ελεύθερη...
Δαίμονες και φαντάσματα με κυνηγούσαν όμως παντού. Και η φωνή της μάνας μου ανασκάλευε συνεχώς τα περασμένα. Εφήμεροι έρωτες τσίριζαν πάνω σε φθηνά κρεβάτια, ιδρωμένα παράθυρα, γενετήσια υγρά, ορφανά προφυλακτικά χαμένα μέσα σε κόλλες Α4, μελάνια, συρραπτικά. Στοίβες από ρούχα, μουχλιασμένοι καφέδες με φυτεμένα αποτσίγαρα, έτοιμα φαγητά σε σήψη, βρώμικοι καμπινέδες, δυσοσμία. Πρώτη επίσημη κατάθλιψη. Χημεία. Χάπια που κολυμπούσαν σαν βότσαλα στον ουρανίσκο για να ακολουθήσουν την ορμή της γουλιάς με προορισμό την αποσύνθεσή τους στο στομάχι. Έξοχος τρόπος για να μη θυμάμαι τους εφιάλτες...
Αυτή ήταν η ελευθερία που ονειρευόμουν. Σχολή, σπίτι και δουλειά. Ό,τι δουλειά έβρισκα. Γκαρσόνα, διανομέας, υπάλληλος σούπερ-μάρκετ, παραμάνα… Και ανέχθηκα προσβλητικά σχόλια, παρενοχλήσεις, βρόμικες ματιές, πύρινες γλώσσες. Ελπίδα καμία. Μόνη διαφυγή ξενύχτια, αλκοόλ, πήδημα, εκτρώσεις. Ζωή μέσα από τον θάνατο...
Και μετά ήρθε ο έρωτας ο αληθινός. Και όλα έγιναν μπλε. Και δε με ενοχλούσαν τα καθήκοντα. Δε με ενοχλούσαν οι ρόλοι. Ένιωθα πως μπορούσα τα πάντα και ζούσα. Ξέχασα την κατάθλιψη, πέταξα τα χάπια. Ξέχασα τα ξενύχτια, τις καταχρήσεις, τη μάνα μου, τον πατέρα μου. Με ξέχασαν και οι εφιάλτες. Τα ξέχασα όλα μέσα σε μια αγκαλιά σκεπασμένη με πούπουλα χήνας.
Και σοβάρεψα. Τελείωσα τη σχολή και έγινα «επαγγελματίας ερωτευμένη».
Επόμενο βήμα η συμβίωση. Σπίτι, δουλειά, κοινωνικές υποχρεώσεις. Σε όλα ήμουν άψογη. Παστίτσιο, βετέξ, αρχιτεκτονικό σχέδιο, γεύμα με φίλους, κινηματογράφο, θέατρο, εκθέσεις ζωγραφικής. Όλα τα κατάφερνα. Μόνο τις ρυτίδες δεν κατάφερνα να νικήσω.
Και μετά ήρθε η εγκυμοσύνη και ο γάμος. Πρώτα η εγκυμοσύνη και μετά ο γάμος. Έτσι συνηθίζεται στα μέρη μας.
Και ο γάμος έφερε απαγορεύσεις. Κομμένα τα μεταξωτά και οι δαντέλες, τα ψηλά τακούνια, τα βαμμένα νύχια, τα φτιασίδια και τα αρώματα. Κομμένες οι φίλες, οι παρέες, η διασκέδαση. Ο γάμος έχει υποχρεώσεις. Και ο γάμος ήμουν εγώ.
Κομμένες και οι αγκαλιές κάτω από τα φτερά χήνας και κάθε είδους επικοινωνία. Δεν χρειάζεται πια. Τα σίγουρα δεν χρειάζεται να τα διεκδικούμε.
Γερνούσα και φούσκωνα. Ένιωθα ξένη μέσα στο σώμα μου και παλινδρομούσα στην εφηβεία. Μα σιωπούσα.
Με θυμήθηκαν οι εφιάλτες, οι αϋπνίες, οι ατέλειωτες νύχτες, οι παιδικοί φόβοι. Μα δεν αντιδρούσα.
Τα βράδια συνήθιζα να καπνίζω ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι. Φυλακισμένη στον γάμο μου και με ένα παιδί στην κοιλιά έψαχνα τρόπους διαφυγής. Και θυμόμουν τις γόβες, όχι τις δικές μου, της μάνας μου. Και τα φανταχτερά πανωφόρια. Τα έκλεβα από την ντουλάπα της, τα φορούσα και στηνόμουν μπροστά στον καθρέφτη με ένα μολύβι για τσιγάρο. Βιαζόμουν να μεγαλώσω. «Τρομάρα μου», σιγοψιθύριζα, έσβηνα βιαστικά το τσιγάρο κι έμπαινα πάλι στη φυλακή μου.
Κάθε Μαρία και μια φυλακή. Κάθε Μαρία μόνη. Τίποτα δεν μοιράζομαι με τις άλλες.
Και έφτασε η στιγμή του τοκετού. Πόνοι και ουρλιαχτά. Κάποιος να βοηθήσει. Όλοι γύρω μου με κοιτούσαν, χαμογελούσαν και μιλούσαν για φαγητά, ποδόσφαιρα, ταξίδια, πίστες, θέατρα. Κι εγώ πονούσα, σκιζόμουν από τους πόνους, μάτωνα.
Ώρες ολόκληρες, μπορεί και μέρες, πέρασαν μέχρι να ακούσω το πρώτο κλάμα, τη νέα σκλαβιά.
Ήμουν πλέον επαγγελματίας, σύζυγος, νοικοκυρά και μαμά. Και γυναίκα; Ποιος τη γαμάει τη γυναίκα… δεν περισσεύει χρόνος για φιλοσοφίες. Η ζωή τρέχει κι εγώ είχα υποχρεώσεις να καλύψω.
Ακολούθησαν σκατά, κατσαρόλες, παιδικά ουρλιαχτά. Πάνες, πανάκια, παιχνιδάκια, τραγουδάκια, παραμυθάκια, φορμάκια, σεντονάκια, κρεβατάκια. Ζούσα μέσα στον κόσμο των υποκοριστικών. Και ήμουν τόσο μόνη...
Γράμματα, αριθμοί, σχολεία, θρανία, εφηβεία, ενηλικίωση, αποχαιρετισμοί. Όλα τα άντεξα.
Και την απώλεια του άντρα μου την άντεξα. Έζησα για να τον πω μακαρίτη. Δεν μοιράστηκα πολλά μαζί του, δε με άκουγε, δε μου έδινε σημασία. Μου αρκούσε όμως η παρουσία του. Τώρα διπλοκλείδωνα το σπίτι και φοβόμουν τη νύχτα. Αυτόν τον ρόλο αρσενικού είχα υιοθετήσει.
Μόνη πια μέσα σε ένα σώμα που άφηνε σκόνη όπου περνούσα. Σκόνη από νεκρά κύτταρα. Κοιτούσα το είδωλό μου στον καθρέφτη και περνούσα την ώρα μου μετρώντας χαραγές πάνω στο γερασμένο μου πρόσωπο. Και τις μέρες κεντούσα και μετρούσα βελονιές πάνω στον κενό καμβά. Στα διαλείμματα μετρούσα τους κόμπους στα δάχτυλα των χεριών μου. Βέρα δεν φορούσα. Μου την είχε κόψει ένας γέρος χρυσοχόος γιατί το δάχτυλό μου ισχαιμούσε. Μα το σημάδι στον παράμεσο μού θύμιζε τα δεσμά μου. Και σαν έπεφτε το δείλι έβγαινα και περπατούσα στη γειτονιά. Και μετρούσα τα φώτα για να μη νιώθω μόνη.
Μετρούσα κόμπους, δάχτυλα, βελονιές, χαραγές, βήματα, χάπια, ημέρες, ώρες. Μετρούσα ξορκίζοντας  τη σκέψη. Μετρούσα αναβάλλοντας τον θάνατο.
Κι έφυγα όταν το σώμα μου μύρισε χώμα και χώματα έβγαζα από τις τσέπες. Έφυγα με προορισμό έναν τόπο χλοερό… «τούτη τη γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε». Έφυγα· δεν πρόλαβα να ζήσω.
Μα δεν κράτησα γινάτι.
                                                                                                                                                       στην Άρια



 Η Δήμητρα Κουλούρη γεννήθηκε στην Αμαλιάδα. Σπούδασε Ιατρική. Ζει στην Αθήνα. Αγαπά τη μουσική, τη ζωγραφική και το θέατρο. Αγαπά τον γιο της και... «τους άλλους» που την διδάσκουν ψυχιατρική.

-------------------------


 * Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος.